Έφεση ΑΑΔΕ στην υπόθεση Τυχεροπούλου: «Δύο μέτρα και δύο σταθμά» καταγγέλλει ο δικηγόρος της
Σφοδρή κριτική στην ΑΑΔΕ ασκεί ο δικηγόρος της Παρασκευής Τυχεροπούλου με αφορμή την άσκηση έφεσης κατά της δικαστικής απόφασης που δικαίωνε την εντολέα του
Έντονες αντιδράσεις προκαλεί η απόφαση της ΑΑΔΕ να ασκήσει έφεση κατά της απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε κριθεί παράνομη και καταχρηστική η καθαίρεση της Παρασκευής Τυχεροπούλου και είχε διαταχθεί η επανατοποθέτησή της στη θέση της Διευθύντριας Εσωτερικού Ελέγχου.
Σε δήλωσή του, ο πληρεξούσιος δικηγόρος της κ. Τυχεροπούλου, Αντώνης Βαγιάνος, εκφράζει «έκπληξη και εύλογο προβληματισμό» για την απόφαση της ΑΑΔΕ, θέτοντας ερωτήματα για τη σκοπιμότητα της κίνησης.
Όπως σημειώνει, η έφεση φαίνεται να υπερασπίζεται ενέργειες της προηγούμενης διοίκησης του ΟΠΕΚΕΠΕ και την κρίση περί «υπηρεσιακής ανεπάρκειας» της εντολέως του, παρά το γεγονός ότι, όπως υποστηρίζει, δεν είχε προηγηθεί καμία πειθαρχική διαδικασία.
Καταγγελίες για «δύο μέτρα και δύο σταθμά»
Ο δικηγόρος κάνει λόγο για διαφορετική μεταχείριση σε σχέση με άλλα στελέχη, τα οποία –όπως αναφέρει– παραμένουν στις θέσεις τους, παρά το ότι φέρονται να ερευνώνται σε υποθέσεις της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας.
Σύμφωνα με τον ίδιο, η στάση της διοίκησης δημιουργεί την εικόνα επιλεκτικής εφαρμογής των θεσμικών εγγυήσεων, με την κ. Τυχεροπούλου να υφίσταται, όπως υποστηρίζει, στοχοποίηση.
Κατά τη δήλωση, η απομάκρυνση της κ. Τυχεροπούλου δεν βασίστηκε σε πειθαρχική ή δικαστική απόφαση, αλλά κρίθηκε από το δικαστήριο ως πράξη «προδήλως εκδικητική».
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στο γεγονός ότι, μεταξύ των λόγων που επικαλέστηκε η διοίκηση για την καθαίρεση, περιλαμβάνεται και η «δικαιολογημένη απουσία» της, λόγω συνεργασίας με την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία.
Ο κ. Βαγιάνος επισημαίνει επίσης ότι, παρά την κοινοποίηση της δικαστικής απόφασης στις 31 Μαρτίου 2026, αίτημα της πλευράς Τυχεροπούλου για συνάντηση με τη διοίκηση της ΑΑΔΕ δεν έτυχε ανταπόκρισης.
Όπως αναφέρει, το αίτημα έμεινε χωρίς απάντηση για εβδομάδες, ενώ ακόμη και η πρωτοκόλλησή του καθυστέρησε σημαντικά, γεγονός που –κατά τον ίδιο– ενισχύει τα ερωτήματα για τη θεσμική αντιμετώπιση της υπόθεσης.
«Συνέχιση μιας άδικης πρακτικής»
Υπό τα δεδομένα αυτά, η άσκηση έφεσης χαρακτηρίζεται από την πλευρά της κ. Τυχεροπούλου όχι ως απλή νομική ενέργεια, αλλά ως επιλογή συνέχισης μιας διοικητικής πρακτικής που έχει ήδη κριθεί δικαστικά.
Η ίδια, όπως τονίζεται, θα συνεχίσει να διεκδικεί τα δικαιώματά της με όλα τα νόμιμα μέσα, με τη Δικαιοσύνη να αποτελεί τον τελικό κριτή της υπόθεσης.